Γιατί πάντα κάνουμε τα ίδια λάθη; «Απλώς φασαρίες στα Βαλκάνια», λέμε, και μετά μία δολοφονία στο Σεράγεβο ξεκινάει τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. «Η απειλή του Χίτλερ προς την Τσεχοσλοβακία δεν είναι παρά ένας καβγάς σε μια μακρινή χώρα μεταξύ λαών για τους οποίους δεν γνωρίζουμε τίποτα», αναφωνούμε, και μετά βρισκόμαστε στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Τώρα καταλαβαίνουμε, πολύ αργά, τις πλήρεις επιπτώσεις της αρπαγής της Κριμαίας από τον Πούτιν, το 2014. Ετσι, την 24η Φεβρουαρίου 2022, μια ημερομηνία που θα περάσει κατευθείαν στα βιβλία της Ιστορίας, φοράμε και πάλι μόνο τα κουρέλια των χαμένων μας ψευδαισθήσεων.

Δεν βρισκόμαστε στον τρίτο παγκόσμιο πόλεμο. Ομως αυτό που συμβαίνει είναι ήδη πολύ σοβαρότερο από τις σοβιετικές εισβολές στην Ουγγαρία και στην Τσεχοσλοβακία το 1946 και το 1968. Οι πέντε πόλεμοι στην πρώην Γιουγκοσλαβία ήταν τραγικοί, αλλά δεν ενείχαν τόσο μεγάλους διεθνείς κινδύνους όσο η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Η Ρωσία είναι πλέον το μεγαλύτερο κράτος-παρίας στον κόσμο. Διοικείται από έναν πρόεδρο ο οποίος φαίνεται ότι έχει ξεφύγει από το βασίλειο του ορθολογισμού, όπως αργά ή γρήγορα συμβαίνει με τους απομονωμένους δικτάτορες. Οταν, στη διακήρυξη πολέμου, απείλησε όσους σταθούν εμπόδιο με συνέπειες που δεν έχουν συναντήσει ποτέ στην ιστορία τους, μας απειλούσε με πυρηνικό πόλεμο.

Θα έρθει ο καιρός να σκεφτούμε τα λάθη του παρελθόντος. Αλλά τώρα, στην ομίχλη ενός πολέμου που μόλις ξεκινάει, βλέπω τέσσερα πράγματα που πρέπει να κάνουμε.

Πρώτον, πρέπει να φροντίσουμε για την ασφάλεια κάθε σπιθαμής του εδάφους του ΝΑΤΟ, ειδικά στα ανατολικά σύνορα με τη Ρωσία, τη Λευκορωσία και την Ουκρανία. Επί 70 χρόνια, η ασφάλεια όλων των ευρωπαϊκών χωρών, περιλαμβανομένης της Βρετανίας, εξαρτάται από την αξιοπιστία της υπόσχεσης του άρθρου 5, «ένας για όλους και όλοι για έναν». Είτε μας αρέσει είτε όχι, η ασφάλεια του Λονδίνου συνδέεται πλέον άρρηκτα με την ασφάλεια της λιθουανικής πόλης Νάρβα.

Δεύτερον, πρέπει να προσφέρουμε στους Ουκρανούς όλη την υποστήριξη που μπορούμε, χωρίς να περάσουμε το κατώφλι του θερμού πολέμου με τη Ρωσία. Οι Ουκρανοί που επιλέγουν να μείνουν και να αντισταθούν θα πολεμούν για την ανεξαρτησία της πατρίδας τους, όπως έχουν κάθε νόμιμο δικαίωμα να κάνουν. Οπως θα κάναμε κι εμείς. Ουκρανοί φίλοι ζητούν από τη Δύση να επιβάλει ζώνη απαγόρευσης πτήσεων πάνω από την Ουκρανία, ώστε να μην μπορούν να πετάξουν ρωσικά αεροσκάφη. Το ΝΑΤΟ δεν θα το κάνει αυτό. Οπως οι Τσέχοι το 1938, οι Πολωνοί το 1945 και οι Ούγγροι το 1956, οι Ουκρανοί θα πουν ότι τους εγκαταλείψαμε.

Ομως μπορούμε να κάνουμε πράγματα. Μεσοπρόθεσμα μπορούμε να βοηθήσουμε αυτούς που θα προχωρήσουν σε πολιτική ανυπακοή απέναντι στη ρωσική κατοχή και στις προσπάθειες να επιβληθεί μια κυβέρνηση ανδρεικέλων. Πρέπει επίσης να βοηθήσουμε τους πολλούς Ουκρανούς που θα φύγουν προς τη Δύση.

Τρίτον, οι κυρώσεις που θα επιβάλουμε στη Ρωσία πρέπει να είναι πολύ περισσότερες από αυτές που έχουν ήδη προαναγγελθεί. Πρέπει να απελαθούν όποιοι Ρώσοι συνδέονται με το καθεστώς Πούτιν. Ο Πούτιν έχει αποθησαυρίσει 600 δισ. δολάρια και έχει το χέρι του στη στρόφιγγα του αερίου της Ευρώπης, άρα οι κυρώσεις θα αργήσουν κάπως να έχουν αποτέλεσμα.

Στο τέλος, οι ίδιοι οι Ρώσοι πρέπει να γυρίσουν και να πουν: «Αρκετά! Οχι στο όνομά μας!» Πολλοί, περιλαμβανομένου του νομπελίστα Ντμίτρι Μουράτοφ, εκφράζουν ήδη τη φρίκη τους για αυτόν τον πόλεμο. Τα πρώτα και τα τελευταία θύματα του Βλαντιμίρ Πούτιν θα είναι οι Ρώσοι.

Και το τελευταίο: Πρέπει να είμαστε έτοιμοι για έναν αγώνα διαρκείας. Θα χρειαστούν χρόνια, ίσως και δεκαετίες, για να φανούν όλες οι συνέπειες αυτής της 24ης Φεβρουαρίου 2022. Βραχυπρόθεσμα, οι προοπτικές για την Ουκρανία είναι απελπιστικά σκοτεινές. Αλλά μου έρχεται στο μυαλό ο υπέροχος τίτλος ενός βιβλίου για την ουγγρική επανάσταση του 1956, «Η νίκη μιας ήττας». Σχεδόν όλοι στη Δύση ξέρουν πλέον ότι η Ουκρανία είναι μια ευρωπαϊκή χώρα που δέχεται επίθεση από ένα δικτάτορα. Βυθισμένοι στις μεταψυχροπολεμικές μας αυταπάτες, είχαμε ξεχάσει ότι έτσι εντυπώνονται τα έθνη στον διανοητικό χάρτη της Ευρώπης – με αίμα, δάκρυα και ιδρώτα.

* Ο κ. Τίμοθι Γκάρτον Ας είναι καθηγητής Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ