

Η Μεγάλη Τετάρτη στη Βόνιτσα βρίσκει έναν από τους πιο αυθεντικούς της παλμούς στην περιοχή της Μπούχαλης, στους Αγίους Αποστόλους. Εκεί όπου το μέσα και το έξω δεν χωρίζονται, αλλά συμπληρώνουν το ένα το άλλο.
Στο εσωτερικό του ναού, το Ιερό Ευχέλαιο τελείται μέσα σε ατμόσφαιρα βαθιάς κατάνυξης. Το φως των κεριών απλώνεται ήρεμα πάνω στα πρόσωπα των πιστών, οι ψαλμωδίες κινούνται χαμηλά, σχεδόν ψιθυριστά, και ο χρόνος μοιάζει να επιβραδύνει. Είναι μια στιγμή προσωπική, σχεδόν εσωτερική, όπου ο καθένας στέκεται απέναντι στον εαυτό του και στην πίστη του — ή και στην απουσία της. Γιατί η πίστη, όπως και η σιωπή, δεν επιβάλλεται· είναι δικαίωμα και επιλογή του καθενός.
Βγαίνοντας όμως από τον ναό, η εμπειρία δεν τελειώνει. Μεταμορφώνεται.
Λίγα μέτρα πιο έξω, στη γνώριμη γωνιά των Αγίων Αποστόλων, η φωτιά καίει. Μεγάλες ρίζες και κορμοί σιγοκαίνε, σκορπώντας φως και ζεστασιά μέσα στη νύχτα. Γύρω της, όπως κάθε χρόνο, οι αγρυπνιστές της περιοχής — παρέες ανθρώπων που μαζεύονται αυθόρμητα, με καρέκλες και ένα πρόχειρο τραπέζι, για να κρατήσουν το έθιμο ζωντανό.
Οι «αγρύπνιες» της Βόνιτσας δεν είναι απλώς μια συνήθεια της Μεγάλης Εβδομάδας. Είναι μια μορφή δεσμού. Εκεί όπου οι κουβέντες κυλούν χωρίς βιασύνη, οι σιωπές γίνονται κοινές και οι σχέσεις δυναμώνουν σχεδόν ανεπαίσθητα.
Το έθιμο της φωτιάς, που όπως μεταφέρεται από γενιά σε γενιά κρατά από τις αρχές του 20ου αιώνα, δεν έφτασε ως εδώ χωρίς δοκιμασίες. Την περίοδο της δικτατορίας έγιναν προσπάθειες να σταματήσει. Όμως οι κάτοικοι της περιοχής, με πείσμα, τσαμπούκα και αυταπάρνηση, δεν το άφησαν να σβήσει. Κράτησαν τη φλόγα αναμμένη — κυριολεκτικά και συμβολικά. Γιατί, όπως λέγεται συχνά, την ιστορία τη γράφουν οι ανυπότακτοι και οι παρέες.
Και ίσως αυτή η συνέχεια να είναι που δίνει στο έθιμο το πραγματικό του βάρος. Δεν είναι μόνο η εικόνα της φωτιάς, ούτε η συντροφιά της νύχτας. Είναι η αίσθηση ότι κάτι παραδίδεται από τους παλιούς στους νεότερους, χωρίς τυμπανοκρουσίες, αλλά με παρουσία.
Στους Αγίους Αποστόλους, τη Μεγάλη Τετάρτη, η κατάνυξη του ναού συναντά τη ζεστασιά της φωτιάς. Και ανάμεσα στα δύο, στέκεται ο άνθρωπος — πιστός ή μη, αλλά πάντα παρών.
Κρατώντας μέσα του και το φως του κεριού και τη φλόγα της παρέας.





























