

Καθώς η Μεγάλη Εβδομάδα φτάνει στην κορύφωσή της, η Βόνιτσα και η γειτονιά της Μπούχαλης, στους Αγίους Αποστόλους, κρατούν ακόμη ζωντανή τη ζεστασιά των ημερών που προηγήθηκαν. Τη ζεστασιά της πίστης, της συντροφικότητας και της παράδοσης.
Η φωτιά που έκαιγε αυτές τις νύχτες δεν ήταν απλώς ένα έθιμο. Ήταν σημείο συνάντησης. Ήταν μια αφορμή για να έρθουν οι άνθρωποι πιο κοντά. Και πάνω απ’ όλα, ήταν μια ζωντανή συνέχεια ενός τρόπου ζωής που περνά από γενιά σε γενιά.
Ένα μεγάλο «ευχαριστώ» αξίζει σε όλους εκείνους που τίμησαν αυτές τις ημέρες το έθιμο των αγρυπνιών. Στους αγρυπνιστές, που με την παρουσία τους κράτησαν τη φλόγα αναμμένη. Σε εκείνους που έμειναν, που στάθηκαν, που μοιράστηκαν χρόνο, κουβέντες και στιγμές.
Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στη νεολαία της περιοχής, που έδωσε δυναμικό «παρών» όλες αυτές τις ημέρες, με αξιοσημείωτη συμμετοχή και διάθεση. Η παρουσία των νέων ανθρώπων δεν ήταν απλώς εντυπωσιακή· ήταν ουσιαστική. Έδειξε ότι η παράδοση δεν είναι κάτι παλιό και ξεχασμένο, αλλά κάτι που συνεχίζεται, εξελίσσεται και βρίσκει χώρο και στις νεότερες γενιές.
Δεν μπορεί, όμως, να περάσει απαρατήρητος και ο συμβολισμός των ημερών. Τα Πάθη του Χριστού, που κορυφώνονται αυτές τις ώρες, φέρνουν μαζί τους τη δοκιμασία, την αντοχή και τελικά την ελπίδα της Ανάστασης. Κάπως έτσι, μέσα στον χρόνο, πορεύτηκε και το ίδιο το έθιμο. Πέρασε δυσκολίες, αμφισβητήσεις και στιγμές που κινδύνεψε να σβήσει. Ιδίως σε περιόδους όπως εκείνη της δικτατορίας, όπου έγιναν προσπάθειες να διακοπεί, στάθηκε όρθιο χάρη στους ανθρώπους του τόπου. Όπως τα Πάθη οδηγούν στο φως, έτσι και αυτή η φωτιά άντεξε, για να συνεχίσει να καίει μέχρι σήμερα.
Η φωτιά αυτή, όπως και το ίδιο το έθιμο που μετρά πάνω από έναν αιώνα ζωής, δεν ανήκει σε κανέναν. Δεν προσφέρεται για εκμετάλλευση, ούτε για μικροπολιτικά παιχνίδια — είτε αυτά προέρχονται από επίπεδο κράτους είτε από επίπεδο δήμου. Ανήκει στην κοινωνία, στους ανθρώπους της, σε εκείνους που τη διατηρούν ζωντανή χωρίς αντάλλαγμα.
Συγχαρητήρια αξίζουν και στα τοπικά καταστήματα που στήριξαν αυτές τις ημέρες το έθιμο, συμβάλλοντας ο καθένας με τον τρόπο του. Αλλά και σε όλους τους ανθρώπους, έναν προς έναν, που έφεραν το «κατιτίς» τους — λίγο φαγητό, ένα ποτό, μια προσφορά από καρδιάς. Μικρές πράξεις που όμως χτίζουν μεγάλες στιγμές.
Γιατί τελικά, αυτή η φωτιά δεν καίει μόνο ξύλα. Καίει αποστάσεις. Ενώνει ανθρώπους. Και θυμίζει πως η κοινότητα δεν είναι μια λέξη, αλλά πράξη.
Κλείνοντας αυτή την εβδομάδα, μένει μόνο μια ευχή — απλή, ανθρώπινη, αληθινή:
Στον κ.Σπύρο Καραούλη τον ευχαριστώ από καρδιάς για τις πολύτιμες και ουσιαστικές αναφορές πού μου έδωσε, για τα παλιότερα χρόνια σχετικά με τη φωτιά.
Να είμαστε όλοι και του χρόνου, όπως είπε και ο Γιώργος.
Υ.Γ. Γλυκύ μου έαρ.





























