
Μια άποψη πολίτη και μέλους ενός μη κερδοσκοπικού φορέα

Παρακολουθώντας τις συνεδριάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου και τις συζητήσεις γύρω από τα ζητήματα του Δήμου μας, ακούμε συχνά για έργα που πρόκειται να αναβαθμίσουν την περιοχή: έργα ύδρευσης, παρεμβάσεις στους οικισμούς, δρόμους, αναπλάσεις, υποδομές που καθυστέρησαν ή δεν υλοποιήθηκαν και νέες εξαγγελίες για το μέλλον.
Αναμφίβολα, όλα αυτά είναι απαραίτητα. Ένας Δήμος οφείλει να εξασφαλίζει αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης στους κατοίκους του.
Υπάρχει, όμως, ένα ερώτημα που θεωρώ ότι πρέπει να απασχολεί περισσότερο τη δημοτική διοίκηση, την αντιπολίτευση αλλά και όλους εμάς τους πολίτες:
Πέρα από το να καλύπτουμε τις ανάγκες του σήμερα, τι δημιουργούμε για την οικονομία και την προοπτική του αύριο;
Ένας δρόμος είναι απαραίτητος. Ένα δίκτυο ύδρευσης είναι αυτονόητη υποχρέωση. Μια ανάπλαση μπορεί να βελτιώσει την εικόνα ενός οικισμού.
Αλλά πόσο συμβάλλουν αυτά στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας; Πόσο ενισχύουν το εισόδημα των κατοίκων; Πόσο βοηθούν έναν νέο άνθρωπο να παραμείνει στον τόπο του και να δημιουργήσει εδώ την επαγγελματική του δραστηριότητα;
Δεν υποστηρίζω ότι τα έργα βασικών υποδομών δεν έχουν οικονομική αξία. Αντιθέτως, αποτελούν προϋπόθεση για κάθε σοβαρή ανάπτυξη. Όμως δεν αρκούν από μόνα τους.
Ας δούμε ένα διαφορετικό παράδειγμα.
Ένα οργανωμένο δίκτυο πεζοπορικών διαδρομών, με σωστή σήμανση, συντήρηση και προβολή, δεν είναι απλώς μερικά μονοπάτια μέσα στη φύση. Μπορεί να αποτελέσει τουριστικό προϊόν, να προσελκύσει επισκέπτες όλο τον χρόνο και να δημιουργήσει δουλειά για επαγγελματίες της περιοχής.
Αντίστοιχα, η αναρρίχηση, ο περιπατητικός τουρισμός, οι υπαίθριες δραστηριότητες, η ανάδειξη της φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς μπορούν να συνδεθούν με την εστίαση, τη φιλοξενία, τις τοπικές επιχειρήσεις και την απασχόληση.
Και το σημαντικότερο: τέτοιες δραστηριότητες μπορούν να δημιουργήσουν μια οικονομική αλυσίδα που δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τους δύο μήνες του καλοκαιριού.
Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα σε ένα έργο που απλώς ολοκληρώνεται και σε μια επένδυση που συνεχίζει να αποδίδει στον τόπο.
Και εδώ έρχεται το ζήτημα της ευθύνης.
Ως πολίτης, αλλά και ως μέλος ενός μη κερδοσκοπικού φορέα που δραστηριοποιείται στον χώρο του πολιτισμού, του αθλητισμού, της ορειβασίας και της προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος, θεωρώ ότι η ανάπτυξη δεν μπορεί να είναι υπόθεση μόνο της εκάστοτε δημοτικής αρχής.
Η αντιπολίτευση έχει εξίσου σημαντικό ρόλο. Δεν αρκεί να καταγράφει τι δεν έγινε ή να αντιπαραθέτει τι θα έκανε η ίδια αν βρισκόταν στη διοίκηση. Οφείλει να ασκεί ουσιαστικό έλεγχο, να εξετάζει τις συμβάσεις, τις μελέτες, τις προδιαγραφές και κυρίως τα παραδοτέα.
Ένα έργο δεν είναι επιτυχημένο επειδή εγκρίθηκε, χρηματοδοτήθηκε ή εγκαινιάστηκε. Είναι επιτυχημένο όταν κατασκευάστηκε σωστά, εξυπηρετεί τον σκοπό για τον οποίο σχεδιάστηκε και συντηρείται ώστε να συνεχίσει να προσφέρει.
Και εδώ δεν υπάρχουν παρατάξεις. Υπάρχει μόνο το δημόσιο συμφέρον.
Δεν γίνεται να ζητάμε από τους πολίτες να στηρίζουν την ανάπτυξη και ταυτόχρονα να αντιμετωπίζουμε ως αντιπαλότητα κάθε πρωτοβουλία ελέγχου, κάθε τεκμηριωμένη παρατήρηση ή κάθε πρόταση που προέρχεται έξω από τον στενό κύκλο της δημοτικής εξουσίας.
Οι σύλλογοι, οι επαγγελματίες, οι εθελοντές και οι ενεργοί πολίτες δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως διακοσμητικοί συνομιλητές. Μπορούν να αποτελέσουν συνεργάτες, να καταθέσουν τεχνογνωσία, να αναδείξουν προβλήματα και να συμβάλουν στην αξιοποίηση των δυνατοτήτων του τόπου.
Το μήνυμά μου προς τη δημοτική αρχή και την αντιπολίτευση είναι απλό:
Αφήστε στην άκρη τις παραταξιακές αντιπαραθέσεις και τη λογική του «όταν έρθουμε εμείς στην εξουσία, θα κάνουμε τα δικά μας».
Η δημοτική αρχή οφείλει να διοικεί με διαφάνεια και να ακούει την κοινωνία. Η αντιπολίτευση οφείλει να ελέγχει με σοβαρότητα και τεκμηρίωση. Και οι δύο οφείλουν να υπηρετούν τον ίδιο σκοπό.
Δεν χρειάζεται να συμφωνούμε σε όλα. Χρειάζεται, όμως, να συμφωνήσουμε ότι ο τόπος μας αξίζει κάτι περισσότερο από έναν διαρκή κύκλο εξαγγελιών, έργων, εγκαινίων και πολιτικών αντιπαραθέσεων.
Χρειαζόμαστε έργα για το σήμερα, αλλά κυρίως υποδομές, συνεργασίες και ευκαιρίες για το αύριο.
Γιατί πραγματική ανάπτυξη δεν είναι απλώς να ξοδεύουμε χρήματα στον τόπο μας.
Είναι να δημιουργούμε τις προϋποθέσεις ώστε αυτά τα χρήματα να επιστρέφουν στην κοινωνία ως ποιότητα ζωής, εισόδημα, θέσεις εργασίας και προοπτική για τις επόμενες γενιές.
Αυτό σημαίνει «όλοι μαζί».
Και αυτό είναι το πραγματικό δημόσιο συμφέρον.
































